στελιάρι

στελιάρι
το см. στειλιάρι[ον]

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "στελιάρι" в других словарях:

  • στειλιάρι — το / στειλιάριον, ΝΜ, και στελιάρι Ν [στε(ι)λεά / στε(ι)λε(ι)ός] 1. ο στειλεός 2. ξύλινο χοντρό ραβδί, ρόπαλο νεοελλ. 1. μτφ. άνθρωπος άξεστος και ανόητος, κούτσουρο 2. φρ. α) «τού δωσε στειλιάρι» τόν έδειρε πολύ, τόν ξυλοκόπησε άγρια β) «θέλει… …   Dictionary of Greek

  • στειλιάρι — στειλιάρι, το και στελιάρι, το 1. ξύλινο ραβδί: «Σου χρειάζεται στειλιάρι», σου χρειάζεται ξύλο. 2. το ξύλινο τμήμα της αξίνας: Έσπασε το στειλιάρι της τσάπας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»